Μια φορά ήτονε ένας καραβοκύρης κι είχενε στο σπίτι ντου απόξω τον άγιο Νικόλα. Κάθα που ’θελα να πάη στο ταξείδι, ήμπαινε στον άγιο Νικόλα, ήκανε το σταυρό ντου κι επροσκύνανε. Μια φορά εκειά που ’σανε μεσοπέλαγα τσ’ ήπιασε μια φουρτούνα που εσυχωρεθήκανε. Γλακούνε οι ναύτες απάνω κάτω μαζώνουνε τα πανιά, ανεμαζώνουνε τα σκοινιά κι ότι άλλο ήτονε στη μέση. Εκειά που ’νεμαζώνανε τα σκοινιά δε γατέχω πως το κάμανε και μπερδένει ένα σκοινί στα πόδια του καραβοκύρη, φούντα τονε στη θάλασσα. Κι εδά! Δεν επρόφταξε μόνο να πη: «Άγιε Νικόλα, βούηθα μου!» και τα ’χασε. Πάει αργά η γυναίκα ντου να θέση στο γιατάκι τζης και βρίσκει τονε μέσα στα ρούχα ολόγρο κι ετουρτούριζε. «Μπρε πώς ευρέθηκες επαδά;».Δεν εκάτεχε μουδ’ αυτός να πη. (φούντα τονε = να τονε μέσα, έπεσε).
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών
Αποθετήριο :
Αρχείο Παροιμιών και Λαϊκών Παραδόσεων του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών