Μια φορά παιδοκόμαε μια γυναίκα κι ήταν ένας διακονιάρης σπίτι τους και πήγαν οι Μοίρες να μοιράνουνε το παιδί. Αυτός έκανε που κοιμότανε μα τις άκουγε τι λέγανε. Λέει λοιπόν η μια: Τούτο το παιδί, όταν θα έρθη η ώρα να στεφανωθή, θα πέση μές στο πηγάδι να πεθάνη.» Σηκώνεται το πρωί ο διακονιάρηςς, λέει του πατέρα του παιδιού: «Το καλό που σας θένω να σφαλίσουτε το πηγάδι σας για να μην πάθη τίποτε το παιδί σας, γιατί το και το άκουσα.» Πιάσαν εκείνοι, σφαλίσαν το πηγάδι. Μεγάλωνε το παιδί, ήρθε γίνηκε παλληκάρι, το παντρέψανε με μια καλή κοπέλλα, πήγαν το στεφανώσανε. Σα φέραν την νύφη, σταματήσανε το άλογο του γαμπρού πάνω από εκείνο το πηγάδι που είχανε σφαλισμένο. Μόλις έκανε το παιδί να ξεκαβαλλίκη, και πάτησε απάνω στην πλάκα, ξεράθηκε την ίδια ώρα. Τα γραμμένα δεν ξεγράφονται.
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών
Αποθετήριο :
Αρχείο Παροιμιών και Λαϊκών Παραδόσεων του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών